Κόκκινα Δάνεια

Eγγυητές: θύματά εν αγνoία στα κόκκινα δάνεια. Τι μπορούν να κάνουν

Εγγυητές, χωρίς γνώση των συνεπειών

Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη συνήθη πρακτική στις τραπεζικές συναλλαγές  για καταναλωτικά, στεγαστικά αλλά και επιχειρηματικά δάνεια, ο μέσος συναλλασσόμενος ως οφειλέτης ή συνοφειλέτης αγνοούσε τις νομικές και πραγματικές συνέπειες της συνυπογραφής της σύμβασης από εγγυητή.

Δηλαδή αγνοούσε ότι, ο εγγυητής  θα ενέχονταν έναντι της πιστώτριας τράπεζας όπως ακριβώς ο οφειλέτης αφενός, και αφετέρου ότι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων η ανάληψη της ευθύνης του εγγυητή συνοδεύονταν από ταυτόχρονη παραίτηση του από ενστάσεις και δικαιώματα  που τον προστατεύουν.

Τι δεσμεύσεις έδιναν

Αναφορικά με τους συμβατικούς όρους της δέσμευσης των εγγυητών στις τραπεζικές συμβάσεις αναφέρεται μεταξύ άλλων:

Α. Ότι ο εγγυητής δηλώνει ρητά και ανεπιφύλακτα ότι εγγυάται προς το πιστωτικό ίδρυμα την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κατά το ανεξόφλητο κεφάλαιο, τους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας), την εισφορά του Ν. 128/75, όπως εκάστοτε ισχύει,  την εξόφληση κάθε απαίτησης της από το επίμαχο δάνειο και εν γένει την εκπλήρωση όλων ανεξαιρέτως των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται με την παρούσα σύμβαση και ενέχεται εις ολόκληρον μαζί με τον/τους οφειλέτη/ες ως αυτοφειλέτης.

Β. Ότι παραιτείται από το δικαίωμά του να αρνηθεί την καταβολή μέχρι να επιχειρηθεί άκαρπη η αναγκαστική εκτέλεση κατά του οφειλή (ένσταση δίζησης αρθ. 855 ΑΚ)

Γ. Ότι δεσμεύεται από κάθε αναγνώριση και παράταση εξόφλησης (οιασδήποτε μορφής είτε εξωδίκου είτε δικαστικής) του χρέους από τον οφειλέτη προς την Τράπεζα.

Δ. Ότι τυχόν απόσβεση της κύριας οφειλής χωρίς ικανοποίηση του πιστωτικού ιδρύματος (αρθ. 869 ΑΚ) ή τυχόν καθυστέρηση ή αμέλεια για την ανάληψη και συνέχιση από το πιστωτικό ίδρυμα της δικαστικής επιδίωξης της απαίτησής της  (αρθ. 866-868 ΑΚ), δεν αποτελούν λόγω ελευθέρωσης αυτού, οποιαδήποτε δε μελλοντική αναγνώριση από τον οφειλέτη της οφειλής του υποχρεώνει και αυτόν.

Ε. Ελαβε πλήρη γνώση όλων των όρων της σύμβασης του  Δανείου τους οποίους κατανόησε πλήρως κλ.π.

Τα αποτελέσματα της άγνοιας

Η ελλιπής ενημέρωση των καταναλωτών των τραπεζικών προϊόντων σε συνδυασμό με την περίοδο αθρόων δανειακών εκταμιεύσεων οδήγησε στο εξής φαινόμενο: πολλά νοικοκυριά προκειμένου να επιταχύνουν τη διαδικασία δανειακής έγκρισης, στις στις προτάσεις των
τραπεζικών ιδρυμάτων να βρουν και έτερο συμβαλλόμενο πρόσωπο ως
εγγυητή/εγγυητές πρότειναν κάποιο μέλος της ευρύτερης
οικογένειας τους.

Δεν αντιλαμβάνονταν ότι η επιπλέον υπογραφή του εγγυητή δεν ήταν
«για τυπικούς και μόνο λόγους», καθώς οι περισσότεροι υποψήφιοι δανειολήπτες δεν προσέτρεχαν σε προληπτική νομική συμβουλή, ώστε να γνωρίζουν τις συνέπειες των συναλλακτικών όρων που αποδεχόντουσαν δια της υπογραφής τους.

Σε πλήθος τραπεζικών συμβάσεων παρατηρήθηκε ότι με την ιδιότητα του εγγυητή συμβλήθηκαν είτε άτομα οριακά ενήλικα π.χ τα τέκνα του οφειλέτη σε ηλικία μόλις 19 ετών δίχως φορολογική δήλωση ακίνητη περιουσία ή υπερήλικα άτομα με πενιχρή σύνταξη.
Για όσο χρονικό διάστημα οι δανειολήπτες εξυπηρετούσαν τα δάνειά τους, η έκταση του φαινομένου των εγγυητών «χωρίς εχέγγυα» δεν ήταν εμφανής.

Ωστόσο, με την επέλευση της οικονομικής κρίσης η πλειοψηφία των οφειλετών είτε περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής και προσέφυγε σε δικαστική προστασία μέσω του Νόμου Κατσέλη (N.3869/2010), είτε δεν διέθετε ακίνητη περιουσία επαρκή για την ικανοποίηση της δανειακής απαίτησης οπότε, τα τραπεζικά ιδρύματα άρχισαν να οχλούν εντατικά τους εγγυητές των «κόκκινων δανείων».

Η ευθύνη του εγγυητή

Έχει καταστεί πλέον σαφές ότι η ευθύνη του εγγυητή όχι μόνο δεν είναι τυπική αλλά είναι αμιγής και ίσης δέσμευσης με αυτήν του οφειλέτη.
Ο εγγυητής είναι το πρόσωπο που προσδίδει την αναγκαία πίστη στον δανειοδοτούμενο, προκειμένου ο τελευταίος να καταστεί φερέγγυος, ήτοι αξιόπιστος ως προς τη χρηματοδότηση που θα λάβει. Αδιαμφισβήτητα, ο εγγυητής είναι το κατεξοχήν ευάλωτο μέρος της τραπεζικής σύμβασης, καθώς αναλαμβάνει δεσμεύσεις στο πλαίσιο της ετεροβαρούς δικαιοπραξίας της εγγύησης. Εδραιώνεται έτσι, μια ιδιότυπη σχέση του εγγυητή με τον οφειλέτη, η οποία επιτείνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι παράλληλα με τη ανάληψη της ευθύνης εγγύησης, ο εγγυητής παραιτείται και από τα δικαιώματα που του παρέχονται με τις διατάξεις των άρθρων 862ΑΚ έως 868ΑΚ και της προβολής των αντίστοιχων ενστάσεων.

Είναι σαφές σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα ότι ο εγγυητής κατά την παροχή της εγγύησης δύναται να παραιτηθεί από τις ενστάσεις των άρθρων 862-868 ΑΚ αλλά δεν υποχρεούται.

Κόκκινα δάνεια και δικαστήρια

Άκυρη η σύμβαση εγγύησης δανείου με δικαστική απόφαση.

Πρόσφατα, με την υπ’αρ. 184/2019 απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ως άκυρη τη σύμβαση εγγύησης δανείου (άρθρα 178ΑΚ-179ΑΚ) θεμελιώνοντας την ακυρότητα της εν λόγω δικαιοπραξίας στην κωφότητα και απειρία της συναλλασσόμενης εγγυήτριας, η οποία συμβλήθηκε με την πιστώτρια σε ηλικία μόλις 23 ετών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη απόφαση θεμελιώνει μια επικαιροποιημένη νομολογία κατά την οποία, το κύρος των ΓΟΣ (Γενικών Όρων Συναλλαγών) των τραπεζικών συμβάσεων αναφορικά με την ανάληψη της ευθύνης του εγγυητή εδράζεται σε ποιοτικά και εξατομικευμένα κριτήρια ως προς το πρόσωπο του εγγυητή.

Καταφάσκει δε, πανηγυρικά ότι μπορεί μεν να πληρούται το κατεξοχήν τυπικό στοιχείο της ικανότητας της δικαιοπραξίας αναφορικά με το όριο ενηλικότητας, αλλά παρόλα αυτά η δικαιοπραξία να πάσχει από ακυρότητα, καθώς θα πρέπει κάθε φορά να εξετάζεται in concreto αν το πρόσωπο που συμβάλλεται έχει επαρκή αντίληψη και σχετική εμπειρία ως προς το οικονομικό βάρος που καλείται να επωμιστεί, δηλ. πλήρη και σαφή εικόνα της ανάληψης ευθύνης περί της εγγύησης. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή απειρίας δεν απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά, Αρκεί και η συνδρομή μόνο ενός στοιχείου από τα προαναφερόμενα.


Επίσης, αναφορικά με το νομικό πλαίσιο προστασία του καταναλωτή γίνεται δεκτό ότι με τη διάταξη Ν.2251/1994 ο εγγυητής καταναλωτικής σύμβασης δεν δεσμεύεται από τέτοιου είδους συμβατικές παραιτήσεις.

Η προστασία του εγγυητή είναι δυνατή από τον νόμο

Η προστασία του εγγυητή μπορεί να προστατευτεί τόσο με επίκληση των γενικών διατάξεων του Αστικού Κώδικά αναφορικά με το κύρος των δικαιοπραξιών, αλλά και με την επίκληση του νόμου περί προστασίας του καταναλωτή, καθώς στην έννοια καταναλωτή εμπίπτει και αυτή του εγγυητή, εφόσον ο εγγυητής δεν παρέχει την εγγύηση στα πλαίσια της εμπορικής του δραστηριότητας αλλά χαριστικά, δηλαδή για εξυπηρέτηση ξένου συμφέροντος .

Τα θεμιτά όρια ευθύνης του εγγυητή

Γεννάται έτσι, η εύλογη απορία ως προς τα θεμιτά όρια ευθύνης του εγγυητή και της καταχρηστικότητα ή μη των προϋποθέσεων ανάληψης της ευθύνης του βάσει των προδιατυπωμένων όρων των τραπεζικών συμβάσεων.

Ειδικότερα, ως προς το αν και υπό ποιες προϋποθέσεις προστατεύεται ο εγγυητής αναφορικά με το ν. 2251/94, ο εγγυητής μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις του είτε όταν ο πρωτοφειλέτης είναι τελικός αποδέκτης είτε όταν ο εγγυητής θεωρείται τελικός αποδέκτης, δηλαδή:
α) είτε όταν η κύρια οφειλή υπάγεται στο πεδίο υπαγωγής του ν. 2251/94. Διαφορετικά θα ήταν παράλογο και αντίθετο με τη φύση του πράγματος να εντοπίζεται ευμενέστερα ο πρωτοφειλέτης από τον εγγυητή, ο οποίος χωρίς δικό του συμφέρον εξασφαλίζει την εκπλήρωση ξένης οφειλής.

β) είτε όταν ο ίδιος ο εγγυητής ενεργεί δίδοντας την εγγύηση στο πλαίσιο μη επαγγελματικής του δραστηριότητας, για την εξυπηρέτηση όχι δικών του οικονομικών συμφερόντων, όταν δηλ. ο ίδιος ο εγγυητής θεωρηθεί τελικός αποδέκτης. Σε περίπτωση δε εγγύησης από μη επαγγελματία για την εξασφάλιση της οφειλής εμπόρου (εμπορικής ή μη θα ήταν άδικο να αντιμετωπίζεται ο μη επαγγελματίας, ο οποίος δεν ωφελείται από την εγγύηση, με τα κριτήρια αντιμετώπισης του εμπόρου. Όταν λοιπόν η εγγύηση παρέχεται χωρίς οικονομικό συμφέρον του εγγυητή, ήτοι δεν πρόκειται για εμπορική πράξη, αλλά για αστική συναλλαγή εμπίπτει και ο εγγυητής στη έννοια του καταναλωτή και άρα στην προστασία από το βελινεκές του νόμου ν. 2254/94 (ΠολΠρΑθ 1119/2002, ΕφΑθ 5253/2003.)

Πότε είναι άκυρη η εγγύηση

Το πρώτο ζήτημα που προκύπτει εκ των ανωτέρω είναι κατά πόσο η εγγύηση είναι έγκυρη όταν ο εγγυητής αναλαμβάνει πολύ υψηλότερο κίνδυνο από εκείνον που μπορεί, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και προβλέψεις να αντιμετωπίσει.
Παράδειγμα που κατέληξε σε απόφαση του Γερμανικού Ακυρωτικού Δικαστηρίου: Nέα 20 ετών χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση και περιουσία, εργάτρια με μισθό 1.500 DM, εγγυάται για τον πατέρα της εργολάβο, μέχρι του ποσού των 15.000 DM ως αυτοφειλέτης παραιτούμενη από τις ενστάσεις του γερμανικού ΑΚ.

Η εν λόγω εγγύηση κρίθηκε άκυρη από το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο με τη σκέψη ότι οι γενικές ρήτρες συμβατικής δικαιοσύνης του γερμανικού Αστικού Κώδικα, ερμηνευόμενες υπό το φως των αντίστοιχων συνταγματικών διατάξεων, επιβάλλουν το έλεγχο της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης και της διόρθωσης της διαταραχθείσας συμβατικής ισορροπίας και στη σύμβαση εγγύησης.

Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο της κρίσης της εν λόγω απόφασης του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, είναι ότι η εγγύηση κρίνεται ακυρωτέα όταν με αυτήν χάνεται κάθε ελπίδα για τον εγγυητή να ορθοποδήσει στη ζωή του εφεξής.

Όταν δηλαδή ο ετεροκαθορισμός στη ζωή του φθάνει σε απόλυτο μέγεθος. Η δε δυνατότητα αυτοκαθορισμού ανάγεται έτσι σε στοιχείο εγγενές των χρηστών ηθών όπως αυτά προβλέπονται στα άρθρα 178 και 179 του ελληνικού Αστικού Κώδικα.

Καταφάσκεται με άλλα λόγια το υπέρμετρο της δέσμευσης της ελευθερίας (ΑΚ 179), όχι μόνο όταν η σύμβαση συνεπάγεται πραγματικά και συγκεκριμένα την οικονομική υποταγή του ενός συμβαλλομένου στον έτερο, αλλά και όταν η οικονομική υποταγή απειλείται αφηρημένα για το μέλλον, είναι δηλ. απλώς ενδεχόμενη.
(σχετικά: Γ. Μεντής ΔΝ, όρια ευθύνης του εγγυητή στις καταναλωτικές συμβάσεις σελ. 187, ΧρΙΔ Δ/2004) .

Related Posts

Begin typing your search term above and press enter to search. Press ESC to cancel.

Back To Top